Η σύμβαση 717, η απαξίωση του ελληνικού σιδηροδρόμου και τα μνημόνια, οι βασικές αιτίες του δυστυχήματος στα Τέμπη

Πριν την παρουσίαση του πορίσματος, παρουσία ορισμένων συγγενών των θυμάτων, τηρήθηκε ενός λεπτού σιγή.
Μόνο ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Σιδηροδρόμων δέχθηκε να συμμετάσχει στην έρευνα και κανένα κράτος μέλος. Ουσιαστικά στην έρευνα συμμετείχαν δύο Βέλγοι επιστήμονες.
Σύμφωνα με τον πρόεδρο Χρήστο Παπαδημητρίου «η έλλειψή μας από τον χώρο, από την πρώτη στιγμή, επέφερε έλλειψη στοιχείων. Λείπαμε από την αρχή. Να ζητηθεί συγγνώμη από τους συγγενείς των θυμάτων».
Και συνέχισε λέγοντας ότι «η κάθαρση δεν αποτελεί αντικείμενο της έρευνάς μας. Το έργο της τιμωρίας των ενόχων ανήκει στη δικαιοσύνη».
Όπως είπε ο πρόεδρος του Ε.0.Δ.Α.Σ.Α.Α.Μ. «Διερευνήσαμε τη σύμβαση 717 που έπρεπε να ολοκληρωθεί το 2016, αλλά δεν μείναμε μόνο εκεί. Υπάρχουν δύο ακόμα παράγοντας που συνεισέφεραν ώστε να γίνει αυτό το δυστύχημα, που είναι η διαχρονική απόφαση του ελληνικού κράτους να εγκαταλείψει τον ελληνικό σιδηρόδρομο και τα μνημόνια που οδήγησαν στην αποψίλωση του ΟΣΕ από προσωπικό».
Βασικός συντελεστής του ατυχήματος ήταν ο σταθμάρχης που είχε φόρτο εργασίας με 90 σύντομες επικοινωνίες σε 60 λεπτά, ενώ υπήρχαν και πολλά τεχνικά προβλήματα πριν από τη σύγκρουση και πολλά σημεία του δικτύου είχαν μονή γραμμή λειτουργίας.
Σύμφωνα με την έρευνα, τα τρένα αυτά μπορούν να σώσουν ζωές με ταχύτητα έως 36 χλμ./ώρα και όχι με 150 χλμ./ώρα που είχε η επιβατική αμαξοστοιχία.
Επίσης, λίγα θύματα υπήρξαν από τη φωτιά, 5 έως 7.
Κι ακόμα, δεν υπήρξε ένδειξη ότι ο τεχνικός εξοπλισμός του τροχαίου υλικού προκάλεσε τη φωτιά. Υπάρχουν ενδείξεις από έρευνες και πραγματογνώμονες ότι υπήρχε εύφλεκτο υλικό.
Παράλληλα, μετά το δυστύχημα, δεν υπήρξε συντονισμός σε επιχειρησιακό ή σε στρατηγικό επίπεδο των διάφορων υπηρεσιών στον τόπο της σύγκρουσης, με αποτέλεσμα να χαθούν πληροφορίες.



