Επαναπατρισμός αρχαιοτήτων από τη Βέρνη της Ελβετίας

Στις 23 Ιανουαρίου 2024 επαναπατρίσθηκαν από τη Βέρνη της Ελβετίας δύο αρχαιότητες που είχαν απομακρυνθεί παράνομα από την ελληνική επικράτεια σε άγνωστο χρόνο. Πρόκειται για:

  • Ένα θραύσμα λίθινης επιγραφής, διαστάσεων: 0,186μ. Χ 0,169μ. Χ 0,086μ., από την οποία σώζονται αποσπασματικά πέντε στίχοι με κύρια ονόματα. Η επιγραφή χρονολογείται στους ελληνιστικούς χρόνους (τέλη 3ου – αρχές 2ου αι. π.Χ) και φέρεται ότι προέρχεται από το νησί της Κω, και
  • Ένα θραύσμα μαρμάρινου ιωνικού κιονοκράνου, διαστάσεων 0,228μ. Χ 0,228μ. Χ 0,17μ., που χρονολογείται στους ρωμαϊκούς χρόνους (1ος – 2ος αι. μ.Χ.) με φερόμενη προέλευση την Αρχαία Αγορά της Κορίνθου.

Το αντικείμενα παρεδόθησαν από Ελβετούς πολίτες, το φθινόπωρο του 2022 και την άνοιξη του 2023 αντίστοιχα στην Αρχαιολογική Υπηρεσία του Καντονιού των Γκριζόν (Canton des Grisons), η οποία και τεκμηρίωσε την ελληνική προέλευσή τους. Σε εφαρμογή της διμερούς συμφωνίας μεταξύ του Ομοσπονδιακού Συμβουλίου της Ελβετικής Συνομοσπονδίας και της Κυβέρνησης της Ελληνικής Δημοκρατίας, περί εισαγωγής, διαμετακόμισης και επαναπατρισμού πολιτιστικών αγαθών, η οποία κυρώθηκε με τον Ν.3915/2011, το Ομοσπονδιακό Γραφείο Πολιτισμού της Ελβετίας (Federal Office of Culture) ενημέρωσε αρμοδίως την Πρεσβεία της Ελλάδος στη Βέρνη και την Διεύθυνση Τεκμηρίωσης και Προστασίας Πολιτιστικών Αγαθών, ως αρμόδια Υπηρεσία του ΥΠΠΟ.

Ο επαναπατρισμός των δύο αυτών αρχαίων αντικειμένων καταδεικνύει την αποτελεσματικότητα των διμερών συμφωνιών για την πρόληψη και την αντιμετώπιση της παράνομης διακίνησης πολιτιστικών αγαθών που έχει συνάψει η Ελλάδα με πολλά κράτη, σε εφαρμογή σχετικής προτροπής της Σύμβασης της Unesco του 1970 “Ληπτέα μέτρα δια την απαγόρευσιν και παρεμπόδισιν της παρανόμου εισαγωγής, εξαγωγής και μεταβιβάσεως της κυριότητος των πολιτιστικών αγαθών”. Παράλληλα αποτελεί απόδειξη της επίδρασης των ποικίλων δράσεων που υλοποιούνται τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο για την ευαισθητοποίηση των πολιτών στο ζήτημα της αρχαιοκαπηλίας και την ανάγκη προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς.